Αγορά
Συγγραφέας : Ανδρέας Γιαννόπουλος
Εξώφυλλο - Εικονογράφηση : Έλλη Γρίβα
Περίμενε…, σε μισώ, αλλά μήπως έχεις ένα ευρώ;
Περίμενε μέχρι να εισβάλει ο σπιτονοικοκύρης να σε βγάλει από το σπίτι. Περίμενε μέχρι να καπνίζεις μισά - μισά τα τσιγάρα και περίμενε έξω από τον Λουμίδη της γειτονιάς για να ξυπνήσεις από το άρωμα του καφέ. Περίμενε μέχρι το εισιτήριο να γίνει μαύρο από τις επαναλαμβανόμενες επικυρώσεις στο μετρό, στο λεωφορείο, στο τραμ. Περίμενε μέχρι να γράφεις πάνω στα κλεμμένα σουβέρ των μπαρ με κάρβουνο. Περίμενε μέχρι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής να γίνει φάκελος. Δεν είναι αναπτήρας. Δεν είναι Προμηθέας. Είναι το ξύλο που τρίβεις πάνω στο ξύλο. Είναι οι ρόζοι στα χέρια. Είναι η πίστη πως θα ανάψει. Κι ας στάζει ο ιδρώτας στο καρβουνάκι. Οι παύσεις είναι που κρύβουν το Φως. Η ευκολία είναι ο διάβολος. Έφτασες.
Τελευταίο ποτό με τον διάβολο
"Ground control to Major Tom"
Να επιστρέφεις κουρασμένος αλλά γεμάτος.
Να ξαπλώνεις με τα ρούχα.
Να ανάβεις ένα τσιγάρο και να το αφήνεις να καίγεται.
Τόση ώρα το νερό θα είχε ζεσταθεί.
Να ξυρίζεσαι χωρίς αφρό.
Με παγωμένο νερό.
Για να μην χάσεις την μυρωδιά της από τη μουσούδα.
Τα χείλη.
Τα μάγουλα.
Να έχεις κανα δυο μέρες να κοιμηθείς.
Και να φτιάχνεις καφέ.
Ο ένας ψήνεται στο μάτι.
Κι ο άλλος στο γκαζάκι.
"Major Tom to ground control"
Να αναρωτιέσαι αν είναι από την καφεΐνη ή τον στομαχόπονο.
Να φτάνεις το ταβάνι με μιαν ανάσα.
Να σπας την ίδια χορδή μετά από ένα μήνα.
Με τον ίδιο τρόπο.
Να κοιτάς το ρολόι κι αυτό να δείχνει την ίδια ώρα.
Να βάζεις στο ψυγείο τα γραπτά σου.
Να δυναμώνεις την ένταση στη μουσική.
Και να μην θυμάσαι τίποτα άλλο εκτός από τα χείλια της.
Να τι αποκαλώ έρωτα.
Εκεί που όλα σταματούν.
Είναι η αφετηρία όσων ξεκινούν.
Με λίγο χώμα και λίγο σάλιο
Η ποίηση είναι οι λέξεις που γίναν προτάσεις και τα λόγια που γίνανε στίχος και θυσιάστηκαν στο βωμό της μεγάλης αλήθειας. Οι ποιητές γράφουν εκεί που ο λόγος έχει γεννηθεί από την πράξη. Ποίηση σημαίνει συναίσθημα.
Όσα μόνο από συναίσθημα γράφτηκαν. Όσο εσύ κάρφωνες με μανία το συναίσθημα στο φέρετρο, τόσο ο ποιητής αναίστενε αυτό που έλεγες από μέσα σου. Σε ακούει παντού. Κάθε που αναλαμβάνεις βάρδια και μετράς ποσά θα θάψεις και δένεις όπως τη γραβάτα σου σαν θηλιά τα λόγια που σε πνίγουν. Και σ' ακούει κάθε που θάβεις και ρίχνεις αλκοόλ στον πάγο, σαν χώμα στα κηδευμένα συναισθήματα.
Που το "ε" δεν έγινε" α". Και το "μα" δεν έγινε "ρε". Το μαύρο δεν έγινε άσπρο. Σκάσε. Σ' ακούει. Πνίχτο. Σ' ακούει. Θαψ' το. Σ' ακούει. Και το γράφει στους τοίχους με σπρέι. Σε χαρτιά που κρέμονται απ'τους τοίχους. Τινάζει απ τις πλάτες του το χώμα και συνεχίζει.
